βρέχμα

βρέχ-μα, ατος, τό,
A = βρέγμα, Alciphr.3.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρέχμα — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Bregen, der — * Der Brêgen, des s, plur. inus. der Niedersächsische Nahme des Gehirnes. Daher die Bregenwurst, in Niedersachsen, eine Art Würste, welche aus dem Gehirne der Schweine bereitet werden; Hirnwurst. Bregen hat einige Ähnlichkeit mit dem Griech.… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • βρέγμα — το (AM βρέγμα και βρέχμα, το και βρεγμός και βρεχμός, ο) το σημείο συνάντησης των ραφών ανάμεσα στο μετωπιαίο και στα βρεγματικά οστά του κρανίου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η ήδη αρχαία (Ιπποκρ., Αριστ.) ετυμολόγηση της λ. < βρέχω (λόγω του… …   Dictionary of Greek

  • mregh-m(n)o- —     mregh m(n)o     English meaning: brain     Deutsche Übersetzung: “Hirnschale, Hirn”     Material: Gk. βρεχμός, βρέχμα n. (and βρέγμα) “Vorderkopf, Oberschädel”, O.E. bregen, brægen n. “Gehirn” (Eng. brain), O.Fris. brein, M.L.G. bragen,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.